Η ετήσια έκθεση για τους παγκόσμιους μισθούς από τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (ILO) επιστρέφει με την έβδομη σε σειρά αναφορά του (2020-2021) η οποία παρουσιάζει τα αναδυόμενα εμπειρικά στοιχεία των επιπτώσεων της κρίσης στους μισθούς η οποία προκλήθηκε από την πανδημία του κορονοϊού.

Σύμφωνα με την έκθεση, η κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα, έχει διαταραχθεί, ενώ την ίδια ώρα η διαβίωση και η ευημερία εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο απειλούνται. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οργανισμού, περισσότερες από 345 εκατομμύρια θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης χάθηκαν κατά το τρίτο τρίμηνο του 2020.

Τα υγειονομικά μέτρα που οδήγησαν σε εκτεταμένο κλείσιμο επιχειρήσεων αλλά και γενικότερη συρρικνωση της οικονομικής και εμπορικής δραστηριότητας, έχουν επιφέρει υψηλό οικονομικό κόστος σε παγκόσμια εμβέλεια. Πολλές χώρες βρέθηκαν αντιμέτωπες με συνδυασμό ζητημάτων εσωτερικών και εξωτερικών διαταραχών όπως πτώση εξωτερικής ζήτησης, εκροών κεφαλαίου και πτώσης των τιμών εμπορευμάτων. Όπως εκτιμά ο οργανισμός κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2020, οι απώλειες ωρών εργασίας είχαν φτάσει 17,3% σε παγκόσμιο μέσο όρο και 17,5% στην Ευρώπη συγκεκριμένα. 

Η έκθεση αναφέρει μεταξύ άλλων ότι όπως και σε προηγούμενα χρόνια, έτσι και τώρα έκανε την εμφάνιση του σε παγκόσμιο επίπεδο η λεγόμενη ‘’επίδραση της σύνθεσης’’ (Composition Effect). Πρόκειται για οικονομικό όρο ο οποίος αναδύεται από τις αλλαγές στην ‘’σύνθεση’’ της εργοδοσίας και εμφανίζεται κυρίως σε περιόδους οικονομικών κρίσεων, υποδηλώνοντας ότι κατά κύριο λόγο, από το σύνολο των θέσεων εργασίας που χάνονται σε περιόδους κρίσεως, οι θέσεις εργασίας με τις μεγαλύτερες απώλειες είναι αυτές που προσφέρουν αρκετά χαμηλές απολαβές.

Ο ΔΟΕ, χρησιμοποιεί τον παραπάνω όρο για να εξηγήσει το γεγονός ότι ενώ η ανεργία αυξάνεται σχεδόν σε όλες τις περιοχές του κόσμου, πολλές προηγμένες οικονομίες όπως αυτές των G20, φαίνεται να σημειώνουν αύξηση των πραγματικών μισθών κατά 2,6% στο τέλος του δευτέρου τριμήνου του 2020. Οι αλλαγές στην σύνθεση της απασχόλησης σε πολλές χώρες, δηλαδή η αποχώρηση χαμηλόμισθων υπαλλήλων από το εργατικό δυναμικό, οδηγεί σε αύξηση του μέσου όρου των μέσων πραγματικών μισθών. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει αύξηση των μισθών σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά ούτε και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. 

Ρίχνοντας μια ματιά στην Ευρώπη, σημειώνεται μια άνευ προηγουμένου μείωση των ωρών εργασίας αλλά και απώλειας θέσεων εργασίας. Ο ΔΟΕ, εκτιμά την κατά μέσο όρο μείωση των μισθών στο 6,5% (χωρίς να υπολογίζονται οι κρατικές μισθολογικές επιδοτήσεις), μια μείωση που οφείλεται κυρίως στην σημαντική μείωση ωρών εργασίας.

Φτώχεια, Ανισότητα και Κατώτατοι Μισθοί 

Ο ΔΟΕ εφιστά την προσοχή στους αρμόδιους κρατικούς φορείς και κυβερνήσεις, αναφέροντας ότι είναι ζωτικής σημασίας να ενισχυθούν τα μέτρα που αποσκοπούν στην προστασία των εργαζομένων σε κίνδυνο και να σχεδιαστούν πολιτικές που να αποτρέπουν την αύξηση των επιπέδων φτώχειας και ανισότητας. Από αυτή την άποψη, τα κατάλληλα συστήματα κατώτατων μισθών θα μπορούσαν να αποτελέσουν ιδιαίτερα πολύτιμο εργαλείο. 

Ο πρωταρχικός στόχος ενός κατώτατου μισθού είναι η προστασία των εργαζομένων από αδικαιολόγητα χαμηλή αμοιβή. Πολλές χώρες έχουν αναγνωρίσει τη σημασία του κατώτατου μισθού για την προώθηση της ισότητας μέσω της αύξησης της αμοιβής των εργαζομένων και της βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης. 

Σύμφωνα με την έκθεση, 90% των κρατών μελών του οργανισμού έχουν θεσπίσει το σύστημα κατώτατου μισθού μέσω δεσμευτικών συλλογικών συμφωνιών και νομοθεσιών. Στο 84% αυτών των χωρών ο κατώτατος μισθός ρυθμίζεται από τις εθνικές κυβερνήσεις. Σε ορισμένες από αυτές τις χώρες, οι νόμιμοι κατώτατοι μισθοί συνυπάρχουν με υψηλότερους κατώτατους μισθούς ειδικά προσαρμοσμένους σε συγκεκριμένες βιομηχανίες ή επιχειρηματικά πεδία.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, περίπου το 3,1% των εργαζομένων κατοικούν σε χώρες χωρίς συστήματα ελάχιστων μισθών, ποσοστό που ισοδυναμεί με περίπου 57 εκατομμύρια ανθρώπους. Όταν οι χώρες κατηγοριοποιούνται ανά επίπεδο εισοδήματος, παρατηρείται ότι ακόμη και σε χώρες χαμηλού εισοδήματος, η συντριπτική πλειοψηφία έχει υιοθετήσει ένα σύστημα κατώτατων μισθών. 

Μόνο το 13% των χωρών με χαμηλό επίπεδο εισοδημάτων δεν έχουν ελάχιστο μισθό, ενώ στις άλλες ομάδες εισοδήματος το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 9%. Νομοθεσίες περί κατώτατου μισθού που βρίσκονται ακόμα υπό διαδικασία διαπραγμάτευσης, εντοπίζονται πιο συχνά σε χώρες όπου τα επίπεδα εισοδήματος είναι υψηλά. Ουσιαστικά, μόνο το 16% των χωρών με υψηλά εισοδηματικά επίπεδα έχει υιοθετήσει νομικά δεσμευτικές συμβάσεις. 

Σε παγκόσμιο επίπεδο εκτιμάται ότι 327 εκατομμύρια εργαζόμενοι πληρώνονται με ή κάτω από τον ισχύοντα κατώτατο μισθό. Το ποσοστό αυτό, ισοδυναμεί με το 19% όλων των υπαλλήλων παγκοσμίως.

Μέχρι το 2020, 29 χώρες (περίπου 18% των χωρών παγκοσμίως) εξαιρούν από την νομοθεσία περί κατώτατων μισθών, εργαζόμενους στο γεωργικό και οικιακό τομέα. Σε αυτή την ομάδα χωρών δυστυχώς ανήκει μεταξύ άλλων ευρωπαϊκών και μη, κρατών, και η Κύπρος. 

Την ίδια ώρα και σύμφωνα με τον οργανισμό, κατά την έρευνα για τα ακαθάριστα μηνιαία επίπεδα ελάχιστων μισθών σε Ευρώπη και κεντρική Ασία, η Κύπρος κατετάγει στην 11η θέση  (974 Δολάρια) ενώ η Ελλάδα στην 13η (849 Δολάρια) ανάμεσα σε 43 χώρες οι οποίες είχαν συμπεριληφθεί στην έρευνα. Όσον αφορά την ετήσια αύξηση των πραγματικών ελάχιστων μισθών και παραγωγικότητας εργασίας σε Ευρώπη και κεντρική Ασία μεταξύ του διαστήματος 2010-2019, η Κύπρος σημείωσε 0,2% αύξηση στην παραγωγικότητα εργασίας, ενώ -1% μείωση στους ελάχιστους μισθούς. 

Η άνευ προηγουμένου παγκόσμια οικονομική κρίση αλλά και η κρίση στην αγορά εργασίας που προκλήθηκε από την πανδημία του covid-19, είναι πιθανό να πλήξει κυρίως ευάλωτες ομάδες και να θέσει πολλές οικογένειες στον κίνδυνο της φτώχειας. Κατά συνέπεια, η απειλή της φτώχειας και της ανισότητας αποτελούν ανησυχία για την κοινωνική δικαιοσύνη περισσότερο από ποτέ, καθώς σε αυτή την κρίση η κοινωνική ανισότητα είναι πιθανόν να συνδέεται και με άνιση πρόσβαση σε συστήματα υγειονομικής περίθαλψης.

Δημοσιεύθηκε από Stelios Christou